ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ  (†1807)
ΨΑΛΤΗΣ – ΜΕΛΟΠΟΙΟΣ
ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ, Ι.Μ. ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ

Σύντομο Ἱστορικὸ τοῦ Μετεωρικοῦ Μοναχισμοῦ (12ος – 19ος αἰ.)
      Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνος, στὴν “Διατύπωσιν” τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος Ϛ´ τοῦ Σοφοῦ (886-912) ἔχουμε μνεία περὶ τῆς ἐπισκοπῆς Σταγῶν ὡς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν Μετεώρων, ἡ ὁποία ὑπάγεται στὸν Μητροπολίτη Λαρίσσης, ὡς Ὑπέρτιμον καὶ Ἔξαρχον δευτέρας Θετταλίας καὶ πάσης Ἑλλάδος.
      Ἀπὸ διάφορες πηγὲς πληροφορούμαστε ὅτι τοὐλάχιστον ἀπό τά τέλη τοῦ 11ου αἰῶνος ἀναχωρητὲς μοναχοὶ κατοικοῦν στὶς ὑπώρειες τῶν μετεωρίτικων βράχων, ὀργανωμένοι κατά τὸ τυπικὸ τῆς σκήτης μὲ κέντρο τὸν Κυριακὸ Ναὸ τῆς Παναγίας Δούπιανης.
      Κατὰ τὸ ἔτος 1266 ἱδρύεται τὸ Θεσσαλικὸ κράτος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Α´ Δούκα. Τὸ ἔτος 1348, λόγῳ τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ μεταξὺ τοῦ διαδόχου Ἀνδρονίκου Γ´ Παλαιολόγου καὶ τοῦ φιλοδόξου Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ, ἡ Θεσσαλία καταλαμβάνεται ἀπὸ τὸν κράλη (βασιλέα) τῆς Σερβίας Στέφανο Uros IV Dusan.
      Τὸ ἔτος 1333 ἤ 1337 ὁ μοναχὸς Ἀθανάσιος (κατὰ κόσμον Ἀνδρόνικος) ἐγκαταλείπει τὸ Ἅγιον Ὄρος τό ὁποῖο μαστίζεται ἀπὸ πειρατικὲς ἐπιδρομὲς ἀναζητώντας ἡσυχαστικότερο τόπο. Ὕστερα ἀπὸ ὑπόδειξι τοῦ Ἐπισκόπου Σερβίων, καὶ γνωστοῦ ἡσυχαστοῦ, Ἰακώβου ἐγκαθίσταται στὴν λίθινη πολιτεία πλησίον τῆς βυζαντινῆς πόλεως τῶν Σταγῶν καί συγκεκριμένα στὸν Στῦλο τῶν Σταγῶν. Μετὰ τριετῆ παραμονὴ στὸν Στῦλο, τὸ 1340 θὰ καταλάβει μαζὺ μὲ τὸν ἱερομόναχο Ἰάκωβο καὶ τὸν μοναχὸ Ἰγνάτιο τὸν λεγόμενο Πλατὺ Λίθο, ποὺ θὰ τὸν ὀνομάσει Μετέωρο, δηλαδὴ ἕνα βράχο μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς εἰς ὕψος 630 μέτρων. Ἐκεῖ δημιουργεῖ τὸ κοινοβιακὸ μοναστήρι τοῦ Μεγάλου Μετεώρου ἀφιερωμένο ἀρχικῶς στὴν Παναγία Μετεωρίτισσα Πέτρα. Ἡγεμὼν τῶν Σέρβων κατακτητῶν εἶναι τότε ὁ Συμεὼν Uros μὲ συμβασιλέα τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιοῦσε περιφανῶς τὸ ἐπώνυμο Παλαιολόγος ἕλκοντας τὴν βυζαντινὴ καταγωγή του ἐκ τῆς μάμμης του Μαρίας Παλαιολογίνας. Ὁ Ἰωάννης κείρεται μοναχὸς τοῦ κοινοβίου τὸ 1372 σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν μετονομαζόμενος σὲ Ἰωάσαφ. Ὁ Ἀθανάσιος ἐκδημεῖ πρὸς Κύριον τὸ 1380/81 καὶ τὸν διαδέχεται ὁ Ἰωάσαφ, κατόπιν ἐπιθυμίας τοῦ γέροντός του. Ὁ κτήτωρ Ἰωάσαφ θὰ ἀσκηθεῖ στὸ Μετέωρο ἐπὶ περίπου πενήντα ἔτη, τελευτῶν ἐν ἔτει 1422/1423. Ἐκ τῆς βασιλικῆς καταγωγῆς τοῦ κτήτορος Ἰωάννη/Ἰωάσαφ, καὶ τῶν βασιλικῶν χορηγιῶν καὶ προνομίων ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἱδρύσεώς της, ἡ Μονὴ διατηρεῖ τὴν ἐπωνυμία “Ἱερὰ Βασιλικὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου”. Τὸ ἔτος 1395/96 οἱ Ὀθωμανοὶ καταλαμβάνουν τὴν Θεσσαλία καὶ τὸν χῶρο τῶν Μετεώρων.
      Οἱ ἑπόμενοι πέντε αἰῶνες ὀθωμανικῆς κατακτήσεως ἐπιφέρουν μία οἰκονομικὴ ἔνδεια στὶς Μονὲς τῶν Μετεώρων, ἀλλάζουν συχνὰ οἱ ἐκκλησιαστικὲς καὶ πολιτικὲς δικαιοδοσίες καὶ οἱ ἡγούμενοι καταφεύγουν σὲ ζητεῖες (ἐράνους), προκειμένου νὰ ἐξοικονομήσουν δωρεὲς χρηματικὲς ἤ σὲ εἶδος γιὰ τὴν καθημερινὴ ἐπιβίωσι καὶ συντήρησι τῶν Μονῶν. Τὸ 1808 ἔλαβε χώρα ἡ ἐξέγερσις τοῦ παπα-Θύμιου Βλαχάβα ποὺ κατεπνίγη ἀπὸ τὸν Ἀλῆ Πασᾶ, καὶ ἐσφράγισε τὶς Μονὲς τῶν Μετεώρων, φυλακίζοντας καὶ τοὺς ἡγουμένους τους ὡς ὑπαιτίους.
      Στὶς 28 Μαρτίου 1881 ὑπεγράφη ἡ Συμφωνία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μεταξὺ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρήθησαν ἀναιμάκτως στὸ Ἑλληνικὸ Βασίλειο οἱ περιοχὲς τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρος τοῦ Νομοῦ Ἄρτης.

Ἐκπαιδευτικὴ Ἀναγέννησις στὴν Θεσσαλία (18ος αἰ.)
      Ἐμβληματικὴ φυσιογνωμία γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννησι καὶ τὴν Παιδεία τῶν Ἑλλήνων τῆς Θεσσαλίας ὑπῆρξε ὁ Ἐπίσκοπος Λαρίσσης Παρθένιος, φιλόμουσος καὶ ὑποστηρικτὴς τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ. (†1720). Ὁ Παρθένιος ἵδρυσε ἀρχικῶς δύο σχολεῖα στὴν Θεσσαλία, ἕνα στὸν Τύρναβο καὶ ἕνα στὰ Τρίκαλα, ἐνῷ ἀργότερα ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀναγέννησι ἐπεκτάθηκε στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Θεσσαλίας (Τσαρίτσαινα, Ζαγορά, Μηλέαι, Ἁγιά, Σκόπελος κλπ).
      Στὶς σχολὲς αὐτὲς ὑπηρέτησαν λαμπροὶ δάσκαλοι, τόσο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ὅσο καὶ τῆς Ψαλτικῆς Τέχνης, προσδίδοντας μεγάλη αἴγλη στὴν διάδοσι τῶν γραμμάτων. Ἀνάμεσα στοὺς δασκάλους συγκαταλέγονται ἐπιφανεῖς ἐκπρόσωποι τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀναγεννήσεως, ποὺ ὑπῆρξαν καὶ ψάλτες-μελοποιοί: Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης, δομέστικος καὶ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Ἰβήρων, Δανιὴλ Δουσικιώτης, Παῦλος ἱερεὺς Σκοπελίτης, Θεόδωρος Τυρναβίτης, Ἀναστάσιος Ῥαψανιώτης (Χατζηλάσκαρις) Πρωτοψάλτης Λαρίσσης, Δαυῒδ ἱερομόναχος Σκοπελίτης, Παρθένιος Μετεωρίτης ψάλτης καὶ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου, Γαβριὴλ ἱερομόναχος καὶ κωδικογράφος τῆς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου καὶ ἄλλοι, σύμφωνα μὲ τὸν Κων. Σαΐτη Ὁ Ἀναστάσιος Ραψανιώτης Βίος καὶ ἔργο, διπλωματικὴ ἐργασία, σ. 75-97.

Ὁ Ἡγούμενος Παρθένιος (δεύτερο μισὸ 18ου αἰ.)
      Ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος γίνεται ὁ εἰκοστὸς τέταρτος ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Βασιλικῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου ἀπό κτίσεώς της, σύμφωνα μὲ τὸν Κων/νο Βαφειάδη στὸ Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου, σ. 491, Μετέωρα 2019, διαδεχόμενος τοὺς Βησσαρίωνα (ἔτος ζητείας 1775) καὶ Δαμασκηνὸ (ἔτος ζητείας 1778). Ἀποτελεῖ τὴ σπουδαιότερη προσωπικότητα τῆς Μονῆς στὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 18ου αἰῶνος. Δὲν γνωρίζουμε πότε καὶ ἐὰν ἔγινε δόκιμος, μοναχὸς καὶ ἱερομόναχος στὴν Μονὴ καθὼς, δὲν σώζεται κανένα γράμμα συνάξεως τῆς Μονῆς μέχρι καὶ τοὺς δύο προκατόχους του. Ἀπὸ τὴν διαθήκην του (φωτο 1) βλέπουμε ὅτι ζητεῖ νὰ μνημονεύεται τὴν 12ην Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους μεταξὺ τῶν ἄλλων τὸ ὄνομα “Παρθενίου ἀρχιερέως”.
      Ἡ πρώτη ἔνδειξις ἡγουμενίας τοῦ Παρθενίου ἔρχεται ἀπὸ τὸν Σουηδὸ περιηγητὴ Bjornstahl στὶς 8 Ἀπριλίου 1779 (Ὁδοιπορικὸν τῆς Θεσσαλίας 1779, σελ. 81-91, μετάφραση, προλεγόμενα, σημείωσες, Μεσεβρινός, ἔκδοσις τὰ τετράδια τοῦ Ρήγα, Θεσσαλονίκη 1979). Ὁ Παρθένιος, ὡς ἡγούμενος, τὸν ὑποδέχεται καὶ τὸν φιλοξενεῖ γιὰ δεκαεπτὰ ἡμέρες στὴν Μονή καὶ στὶς 25 Ἀπριλίου, τελευταία ἡμέρα τῆς παραμονῆς του, κατευοδώνει τὸν περιηγητὴ ὁ προηγούμενος Δαμασκηνός. ῾O Bjornstahl περιγράφει τὴν ξενάγησί του στὸν Πλατύλιθο τοῦ Μεγάλου Μετεώρου, ὅπου βρίσκει ἀρκετὰ πρόβατα καὶ φυτεῖες δένδρων ἀπὸ ὅλα τὰ εἴδη πάνω στὸν βράχο, σημειώνει δὲ ὅτι ἡ μονὴ ἔχει 15 μοναχοὺς καὶ ἰσαρίθμους λαϊκοὺς βοηθούς, εἶναι ἄβατη γιὰ τὶς γυναῖκες, ἐνῷ στὸ τέλος τοῦ ὁδοιπορικοῦ του προβαίνει καὶ σὲ διάφορες συγκρίσεις μεταξύ τῶν δύο μονῶν Μεγ. Μετεώρου καὶ Βαρλαάμ. ῾O Bjornstahl μελέτησε διάφορα χειρόγραφα Εὐαγγελιστάρια τῆς Μονῆς, βοηθούμενος νὰ διευρύνει τὶς γνώσεις καὶ τὴν φιλομάθειά του, τόσο ἀπὸ τὸν ἡγούμενο Παρθένιο, ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν ἐγκαταβιοῦντα στὴν μονὴ λόγιο Εὐστάθιο Νοσήμαχο, ξακουστὸ γιατρὸ ἀπὸ τὰ Τρίκαλα, μὲ σπουδὲς στὴν Ἰταλία. Ἀπὸ τὰ λειτουργικὰ δρώμενα τῆς Μονῆς, μᾶς περιγράφει τὶς ἀκολουθίες τῆς Μ. Παρασκευῆς καὶ τοῦ Πάσχα. Μάλιστα, κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα ὁ Bjornstahl μᾶς ἐξιστορεῖ ὅτι, “ὡς ἐθίμου παλαιοῦ”, ὁ ἡγούμενος κατέρχεται στὴν Ἐπισκοπὴ Σταγῶν, γιὰ νὰ χαρίσει ἕνα πρόβατο στὸν Ἐπίσκοπο, συνήθεια ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ τὰ ἄλλα μοναστήρια τῶν Μετεώρων.
      Τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ 18ου αἰῶνος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις στὰ Μετέωρα ἔχει γίνει δυσβάστακτη καὶ σὲ αὐτὸ συντείνουν πολλοὶ λόγοι: ἡ μείωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μετεωριτῶν καλογήρων, τὸ ἀτελέσφορο τῆς ὀθωμανικῆς οἰκονομίας μέσα στὸ ἀναδυόμενο πλαίσιο τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῶν καπιταλιστικῶν ἀναγκῶν, μεγάλες οἰκονομικὲς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ κράτος, τοὺς ἄρχοντες καὶ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ὁ ῥωσοτουρικὸς πόλεμος (1769-1774) ποὺ ἀπὸ τὴν μία σφάζονται ἀνηλεῶς χριστιανοὶ τῶν Τρικάλων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ περιοχὴ στενάζει ἀπὸ τὶς δηώσεις καὶ λεηλασίες τῶν τουρκαλβανῶν.
      Ὁ Παρθένιος, ὡς ἡγούμενος, ἐξαπέλυσε καὶ αὐτὸς γράμμα ζητείας, ὅπως καὶ οἱ δύο προηγούμενοί του Βησσαρίων καὶ Δαμασκηνός (Πίναξ 1). Τὸ ἔτος 1784 στέλνεται διατακτικὸ γράμμα ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Λαρίσσης Μελέτιο Γ´ (ἔγγραφο ἀρ. 17, βλ. Κων. Βαφειάδου Ἡ Μονὴ Ἁγ. καὶ Μεγ. Μετεώρου, σ. 393, 2019). Ὁ Μελέτιος ὑπογράφει ὡς πατριαρχικὸς ἐπιστάτης καὶ ἔφορος τῆς μονῆς καὶ δίδει ἕνα δεκάλογο συμπεριφορᾶς τῶν μοναχῶν τοῦ Μετεώρου.
      Ἐπὶ τῆς ἡγουμενίας Παρθενίου γίνονται βελτιωτικὲς ἐργασίες στὸ μοναστήρι. α. Τὸ ἔτος 1784, ἀνακαινίζεται τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὸ δεξιὸ κλῖτος τοῦ Καθολικοῦ. Στὸ σωζόμενο τέμπλο τοῦ παρεκκλησίου, καὶ δὴ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἀναγράφεται ἀπὸ τὸν ἁγιογράφο/ἀνακαινιστὴ ἡ ταυτότης τοῦ Παρθενίου ὡς ψάλτου (φωτο 2α&β). β. Τὸ ἔτος 1789 ἀνεγείρεται τὸ παρεκκλήσιο τῶν Ἁγ. Κωνσταντίνου & Ἑλένης μὲ ἔξοδα τοῦ μοναχοῦ Διονυσίου καὶ τοῦ υἱοῦ του, ἱερομονάχου Ζαχαρία, ἀπὸ τὴν κωμόπολι Ἴσβορο Κονίτσης. γ. Τὸ 1790 ἁγιογραφεῖται ἡ εἰκὼν τοῦ τέμπλου τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς, Παναγία “Ῥόδον τὸ Ἀμάραντον”, ἀριστερὰ τῆς ὡραίας πύλης, καὶ ἡ ἐπιγραφὴ μαρτυρεῖ: “Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Παρθενίου ἡγουμένου, τοῦ μουσικωτάτου, διὰ χειρὸς εὐτελοῦς Ἀναγνώστου, υἱοῦ Οἰκονόμου Καπεσοβίτου ἐκ Ζαγορίου, 1790, Μαΐου 12 (φωτο 3α&β). δ. Τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 1791, διὰ συνδρομῆς τοῦ ἐπισκόπου Σταγῶν Παϊσίου, διακοσμεῖται τὸ τέμπλο τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν Κων/νο Λινοτοπίτη.
      Στὸν χειρόγραφο κώδικα τῆς Μονῆς (ἔτος 1797), μὲ συναξάρια τοῦ Τριωδίου καὶ τοῦ Πεντηκοσταρίου, ὁ γραφεὺς ἀφιερώνει τὸν πρόλογο στὸν ἐπίσκοπο Σταγῶν Παΐσιο (1784-1808) μὲ τὴν συνδρομὴ τοῦ ὁποίου ὁλοκληρώθηκε ὁ κῶδιξ. Στὴν μπροστινὴ ὄψι (recto) τοῦ προσθίου παραφύλλου ὁ Παΐσιος, μὲ τὴ σειρά του, δηλώνει μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι: Δεδώρηται τὸ παρὸν τῷ καθηγουμένῳ τοῦ Μετεώρου κὺρ Παρθενίῳ ὑπὸ τοῦ ταπεινοῦ ἐπισκόπου Σταγῶν Παϊσίου ιαψϟη´ [1798] Ἰανουαρίου: 6. Φαίνεται ὅτι οἱ δύο ἄνδρες συνδέονται μὲ στενὴ φιλία καὶ ἐκτίμησι. Ἕξι μῆνες ἀργότερα, στὶς 12 Ἰουνίου 1798, ὁ Σταγῶν Παΐσιος ἐπικυρώνει τὴν διαθήκη τοῦ Παρθενίου (φωτο 1). Τὸ κείμενο τῆς διαθήκης ἔχει ὡς ἑξῆς:

+ Ὁ Σταγῶν Παΐσιος ἐπιβεβαιοῖ

+ Ἡ ταπεινότης ἡμῶν διὰ τοῦ παρόντος ἐκκλησιαστικοῦ βεβαιωτηρίου γράμματος δηλοποιεῖ, ὡς προσελθὼν ||2 αὐτῇ ὁ πανοσιώτατος ἐν μοναχοῖς καθηγούμενος τῆς ἱερᾶς μονῆς τοῦ Μετεώρου ἀπήγ ||3 γειλέ μοι, ὅτι τὰ ἀποδοθέντα χρήματα πουγγεῖα τρία διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ μισοῦ παλαιοχωρίου Μαρ ||4 μάρου λεγόμενο, ὁποῦ ἐγένετο κτῆμα μοναστηριακόν, ὑπᾶρχον ἐξ ἰδίων του, κ οἰκείᾳ βουλῇ κ προ ||5 αιρέσει τὸ ἀφιέρωσεν εἰς ταύτην τὴν ἱερὰν μονὴν τῆς μετανοίας του τοῦ Μετεώρου εἰς ψυχικήν του ||6 σωτηρίαν, κ παντοτινὸν αὐτοῦ μνημόσυνον, διὰ νὰ μένῃ κτῆμα ἀναπόσπαστον ταύτης τῆς ἱερᾶς ||7 μονῆς, εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα· θέλει ὅμως καὶ προαιρεῖται, ὅτι ἡ ἐπικαρπία τε κ ἐσοδία ὁποῦ θέλει ||8 ληφθῇ κατ᾽ ἔτος ἀπὸ τὸ διαληφθὲν ἰδιόκτητον αὐτὸ παλαιοχώριον τοῦ Μαρμάρου εἰς τὴν ἱερὰν μο ||9 νήν, νὰ ἐξοδευθῇ κ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἀγορὰν ἐλαίου καθαροῦ, οὐχί δε σαμολάδου, κ εἰς λαμπάδες, ||10 ὥστε νὰ καίωσιν ἐξ αὐτοῦ ὅλαι αἱ κανδῆλαι τῆς ἁγίας ἐκκλησίας τοῦ μοναστηρίου, εἰς ἄφεσιν τῶν αὐτοῦ ||11 ἁμαρτημάτων· νὰ δίδωνται ἑβδομῆντα γρόσια εἰς τὸν ἔλαιον, κ τριάντα γρόσια εἰς ταῖς λαμπάδες, ||12 κ νὰ γένῃ εἰς μνημόσυνον τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ὀνουφρίου, μνημονευομένων τρι ||13 ῶν ὀνομάτων Παρθενίου ἀρχιερέως, Παρθενίου κ Καλλινίκου τῶν Ἱερομονάχων, κ νὰ ἐξοδεύ ||14 ωνται ἔτι δέκα γρόσια τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ εἰς ὀψάρια, κ ἄλλα ἐδώδιμα διὰ φίλευμα τῶν πατέρων· ||15 κ αὕτη ἡ φροντὶς τῶν ἄνωθεν νὰ ἦναι εἰς τὸν κατὰ καιροὺς σκευοφύλακα· κ τοῦτο ἔχουσι χρέος ||16 νὰ παραφυλλάτουσιν ἀμεταθέτως οἱ μεταγενέστεροι μοναστηριακοὶ πατέρες, κ οἱ διάδοχοι αὐτοῦ ||17 καθηγούμενοι τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου, κατὰ τὴν αὐτοπροαίρετον αὐτοῦ διαταγὴν κ θέλησιν· ὅθεν ||18 κ ἐγένετο τὸ παρὸν βεβαιωτήριον γράμμα διὰ τῆς ἐμῆς ἐπικυρώσεως, τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ὑπογρα ||19 φῇ, κ τῶν λοιπῶν συναδελφῶν του πατέρων τοῦ εἶναι εἰς μνήμην διηνεκῆ κ ἐμφάνειαν.
ᾳψϟη´ [=1798] ἰουνίου ιβ´
+ ὁ καθηγούμενος τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου Μετεώρου Παρθένιος βεβαιώνω

+ Διογέν[ης] τ[;] κ Ὀρέστης μάρτυς
+ Κύριλλος ἱερομόναχος μάρτυρας

      Οἱ ἀποῤῥέοντες συνειρμοὶ ἀπὸ τὴν διαθήκη τοῦ Παρθενίου εἶναι οἱ ἑξῆς: Ὁ Παρθένιος ἔχει περιουσία στὸ χωριὸ κοντὰ στὴν Μονὴ Μετεώρου, στὸ Παλαιοχώριο Τρικάλων ποὺ ἴσως ἐκεῖ γεννήθηκε καὶ ἐμεγάλωσε στὰ Τρίκαλα, πόλις ποὺ ἀναφέρεται ἀλλαχοῦ ὡς τόπος καταγωγῆς του. Στὴν διαθήκην του ζητεῖ νὰ γίνεται μνημόσυνον Παρθενίου ἀρχιερέως· Ἡ μία ἐκδοχὴ γιὰ τὸν ἀρχιερέα Παρθένιο, ὅπως ἀναφέραμεν στὴν ἀρχὴ τοῦ βιογραφικοῦ, εἶναι ὁ φιλόμουσος ἐπίσκοπος Παρθένιος (†1720) ποὺ ἱδρύει σχολεῖα στὸν Τύρναβο καὶ Τρίκαλα στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνος καὶ ἴσως ἐνέπνευσε τὸν νεαρὸ μαθητὴ τῆς σχολῆς τῶν Τρικάλων καὶ ἔλαβε τὸ μοναχικὸ ὄνομά του. Ἡ ἄλλη ἐκδοχὴ τοῦ μνημονευομένου ἐπισκόπου εἶναι ὁ Παρθένιος ἐπίσκοπος Σταγῶν (†1754) ἀπὸ τὴν Πορταριὰ τοῦ Πηλίου. Ὁ Σταγῶν Παρθένιος ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς λογιωτέρους ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς τοῦ Παρθενίου Μετεωρίτου. Συνεργάστηκε μὲ τὸν γνωστό κωδικογράφο Ἀναστάσιο Σουγδουρῆ καὶ ἔγραψε ὁ ἴδιος πολλοὺς κώδικες. Τὸ 1751 ἐξελέγη ἐπίσκοπος Σταγῶν καὶ διατήρησε τὸν θρόνο του ὡς τὸν θάνατό του (26 Μαρτίου 1784). Προηγουμένως εἶχε μονάσει στὴ Μονὴ Βαρλαὰμ καὶ εἶχε διατελέσει πρωτοσύγκελλος στὴ Μητρόπολι Λαρίσσης. Ὡς ἐπίσκοπος Σταγῶν, στὶς 3 Απριλίου 1779, ὑποδέχτηκε στὴ μετεωρικὴ Μονὴ Ἁγίου Στεφάνου τὸν Σουηδὸ περιηγητὴ Björnstahl. Ἐντύπωσι προκαλεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκλησιῶν ποὺ κτίστηκαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του στὴν περιφέρεια τῶν Σταγῶν. Διατηροῦσε πλούσια βιβλιοθήκη, τὴν ὁποία κληροδότησε στὴ Μονὴ Βαρ­λαὰμ τῶν Μετεώρων. (Θεοδώρου Α. Νήμα Η Εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατὰ την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Συμβολή στη μελέτη του Θεσσαλικού Διαφωτισμού, Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ, σ. 224, ἔκδοσις Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσ/νίκη 1995). Τὴν ἴδια ἐκδοχὴ ὑποστηρίζει καὶ ὁ Κων. Βαφειάδης, στὸ ἔργο του Ἡ Μονὴ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου σ. 407, 2019) Μέχρι τώρα, δὲν γνωρίζουμε γιὰ ποιὸ λόγο διάλεξε νὰ γίνεται τὸ μνημόσυνό του κάθε χρόνο στὶς 12 Ἰουνίου, τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγ. Ὀνουφρίου. Μάρτυρας τῆς διαθήκης τοῦ Παρθενίου εἶναι καὶ ὁ ἱερομόναχος Κύριλλος, ποὺ ἴσως νὰ εἶναι ὁ ἑπόμενος ἡγούμενος τὸ 2017, μετὰ τὴν σφράγισι τῆς Μονῆς ἀπὸ τὸν Ἀλῆ Πασᾶ στὰ 1808.
      Τελικά, ἕνα ἔτος πρὸ τῆς τελευτῆς του, τὸ 1806, ὁ Παρθένιος, ἔχοντας ἐξασφαλίσῃ εἴτε δωρεὲς εἴτε ἀπὸ δικά του ἔξοδα, ἀνοικοδομεῖ νέα πτέρυγα κελλίων. Λίθινη ἐντοιχισμένη πλάκα στὴν πτέρυγα αὐτὴ μᾶς βεβαιώνει: † ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΥΓΟΥΜΕΝΟΥ ΚΕ/ ΚΟΠΗ ΤΟΝ ΕΥΡΕΘΕΝΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 8: ΕΤΟΥΣ ιαωϛ´ [1806]
      Ὁ Παρθένιος ἐγκαταλείπει τὴ ζωὴ αὐτὴ τὸ ἔτος 1807, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Παῤῥησία (= ἔγγραφο μὲ τοὺς κτήτορες καὶ δωρητὲς τῶν μονῶν) σελ. 4 στὸν κώδικα Ἁγ. Τριάδος Μετεώρων ἀρ. 2: στὴν πρώτη στήλη ἀναγράφονται οἱ κτήτορες τοῦ Μεγ. Μετεώρου. Ὁ γραφεὺς Ἄνθιμος μοναχὸς συμπληρώνει στὸ ἀριστερὸ περιθώριο τῆς πρώτης στήλης “ἡγουμένου καὶ μουσικωτάτου 1807: τέθνηκε” (φωτο 4). (α´ βλ. σχετ. Ἀχ. Χαλδαιάκης στὸ Βυζ. Μουσικολογία 4 ἔργο του “Ὁ Πολυέλεος τοῦ Παρθενίου ἱερομονάχου τοῦ Μετεωρίτου σ. 53 ὑποσημ. 17). β´ Ὁ καθηγούμενος τῆς Μονῆς ἀρχ. Νήφων μᾶς ἐνεχείρησε τὸν Ἰούλιο 2025 τὴν σ. 4 τῆς Παῤῥησίας Ἁγ. Τριάδος 2 ποὺ φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Στεφάνου Μετεώρων καὶ παραθέτουμε ἐνταῦθα).
      Προηγούμενοι ἱστορικοὶ παραπλανήθηκαν ἀπὸ παρερμηνεία μιᾶς «ἐνθυμίσεως” τοῦ παπαΧρυσάνθου ἐκ Τρικάλων (κῶδ. Βαρλαάμ 106) ὅπου ἀναγράφεται: “1809… ἔπιασε ὁ καπιτᾶν πασιᾶς τὸν Παπαθύμιο Πλαχάβα καὶ ἔστηλε εἰς τὰ Ἰωάννινα στὸν βιζίρη καὶ τὸν ἔκαμε ζτηρέκια τέσσερα…καὶ τελειώνοντας ὁ πόλεμος ἔστηλε ὁ βιζίρης καὶ ἐβούλωσε τὰ μοναστήρια καὶ ἐπῆρε καὶ τοὺς γουμένους ἄπωνι εἰς τὰ Ἰωάννινα ἕως τὴν σήμερον ἡμέραν.” (βλ. σχετ. Κων. Βαφειάδη Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου, σ. 147 καὶ σημ. 322). Ἡ μνεία αὐτὴ παρέσυρε ἀρκετοὺς ἐρευνητὲς καὶ βιογράφους νὰ θεωρήσουν, ὅτι ὁ Παρθένιος ἦτο μεταξὺ τῶν φυλακισθέντων ἡγουμένων τῶν Μετεώρων μετὰ τὴν ἀτυχῆ ἐξέγερσι τοῦ παπαΘύμιου Βλαχάβα στὴν Καλαμπάκα τὸν Μάρτιο 1808. Διαβάζοντας προσεκτικὰ τὸ “γράμμα ἀποκαταστατικὸν καὶ παραινετικὸν” τῆς συνάξεως τῆς Μονῆς τοῦ Μετεώρου κατὰ τὸ ἔτος 1817 ἐπὶ ἡγουμενίας Κυρίλλου, μετὰ πάροδον δέκα ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ Παρθενίου, διαπιστώνουμε τὴν ὕπαρξι τριῶν προηγουμένων, τῶν Ἀμβροσίου, Γρηγορίου καὶ Ἀρσενίου, οἱ ὁποῖοι προφανῶς διετέλεσαν ἡγούμενοι τὸ μεσοδιάστημα ποὺ ὁ Ἀλῆ Πασᾶ τῶν Ἰωαννίνων “βούλωσε” τὶς μετεωρικὲς Μονές. (βλ. σχετ. Κων. Βαφειάδη Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου, σ. 420).

Ὁ κὺρ Παρθένιος ψάλτης και μελοποιός (δεύτερο μισὀ 18ου αἰ.)
      Ὁ Παρθένιος Μετεωρίτης ἀπαντᾶται στὴν χειρόγραφη ψαλτικὴ παράδοσι τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰῶνος, ἐνῷ, τὴν ἴδια περίοδο, ἐντοπίζονται ἄλλοι πέντε ὁμώνυμοι μελουργοὶ καὶ κωδικογράφοι. [Ὁ Παρθένιος Μηλαῖος (Κουτλ 418), Παρθένιος Βυζάντιος Καρακαλληνὸς (Δοχ 399), Χῖος ἱερομόναχος Παρθένιος (Κουτλ. 447), Παρθένιος Γεωργιάδης ἐκ Λέσβου, Παρθένιος ἱεροδιάκονος (ΕΒΕ 972) βλ. σχετ. Ἀχ. Χαλδαιάκης στὸ Βυζ. Μουσικολογία 4 ἔργο του “Ὁ Πολυέλεος τοῦ Παρθενίου ἱερομονάχου τοῦ Μετεωρίτου σ. 54 ὑποσημ. 21]
      Ὁ Παρθένιος τῆς μονῆς Μετεώρου, σύμφωνα μὲ διάφορες εἰκονογραφικὲς μαρτυρίες τῆς Μονῆς, ὀνομάζεται μουσικώτατος καὶ ψάλτης. Στοὺς χειρόγραφους ψαλτικοὺς κώδικες τοῦ 18ου αἰῶνος ἀποκαλεῖται μετεωρίτης ἤ/καὶ καθηγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Μετεώρου. Στὸν κώδικα Βατοπαιδίου 1451 φ. 346v ὁ γραφεὺς τὸν ἀποκαλεῖ ἐπίσης φοιτητὴ τοῦ Ἀναστασίου Ῥαψανιώτου παρατάσσοντας τὴν σύνθεσί του Ἄγγελος Πρωτοστάτης μετὰ τὴν ἀντίστοιχη τοῦ Ἀναστασίου. Συγκρίνοντας τὶς συνθέσεις τῶν Ῥαψανιώτου καὶ Παρθενίου βλέπουμε μία σχέσι δασκάλου πρὸς μαθητή, ὡς πρὸς τὸ μελοποιητὸ εἶδος καὶ τὰ μελοποιητικὰ μοτίβα. Ὁ Ῥαψανιώτης δὲ εἶναι πλουσιώτερος σὲ ἀριθμὸ συνθέσεων. Ἕνας ἀκόμα φοιτητὴς τοῦ Ῥαψανιώτου ἐμφανίζεται ἀνωνύμως καὶ εἶναι ὁ συγγραφεὺς τοῦ κώδικος Κουτλουμουσίου 558 ποὺ ἐπίσης ταυτοποιεῖται στὸ β´ ἥμισυ τοῦ 18ου αἰ. Ἡ πρώτη ἔνδειξις μελοποιήσεων τοῦ Ῥαψανιώτου ἔρχεται ἀπὸ ἕνα αὐτόγραφο τοῦ ἱερέως Μιχαὴλ Χίου χρονολογημένο στὰ 1744. (βλ. σχετ. Κων. Σαΐτη, Ὁ Ἀναστάσιος Ραψανιώτης Βίος καὶ ἔργο, διπλωματικὴ ἐργασία σ. 100) Ἄρα, ὁ Παρθένιος πρέπει νὰ μαθήτευσε στὸν Ῥαψανιώτη καὶ νὰ συνέθεσε τὴν μουσική του ὄντας σὲ σχετικὰ κοντινὴ ἡλικία μὲ ἐκεῖνον.
      Ὁ Παρθένιος μᾶς κληρονομεῖ 64 συνθέσεις του (ΑΠΑΝΤΑ), ποὺ θησαυρίζονται στοὺς δύο κώδικες τῆς μονῆς Μεγ. Μετεώρου 329 καὶ 340. Ἐλάχιστες συνθέσεις του, κυρίως ὁ Πολυέλεος, ἐξαπλώνονται καὶ σὲ ἄλλους κώδικες, π.χ. ΕΒΕ 2428, ΕΒΕ 926, Ξενοφῶντος 137, Βατοπαιδίου 1301 καὶ 1451. Ὁ Παρθένιος ταυτοποιεῖται ἀπὸ τοὺς γραφεῖς ὡς ἡγούμενος τοῦ Μετεώρου καὶ μουσικώτατος σχεδὸν σὲ ὅλους τοὺς ψαλτικοὺς κώδικες. Δὲν γίνεται μνεία πουθενὰ περὶ τοῦ παρονόματός του Ὀρφίδης, ποὺ εἶναι ἕνα ἐσωτερικὸ παρόνομα τῆς μονῆς εἴτε ὡς ὑποκοριστικὸ ἤ ὡς παραφθορὰ τοῦ ἐπιθέτου του. Σὲ ἕνα ξύλινο προσκυνητάρι μὲ διακόσμησι ἀπὸ σεντέφι καὶ φίλντισι, ποὺ βρίσκεται σήμερα στὴν Τράπεζα τῆς μονῆς, ὁ τεχνίτης (φωτο 5α & β) γράφει μὲ κεφαλαῖα γράμματα: ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΟΡΦΙΔΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΕ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ ΣΥΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΩ ΤΩ ΝΙΚΗΝ ΜΟΥΣΑΙΣ ΔΙΔΟΝΤΙ ΠΕΡΙΦΑΝΕΣΙ ΚΑΛΛΕΣΙΝ ΤΑΔ ΥΦΑΝΘΗ”. Διαβάζοντας προσεκτικὰ τὴν ἐπιγραφὴ παρατηροῦμε τὰ κάτωθι: Ὁ τεχνίτης ὀνομάζει τὸν Παρθένιο ἐκτὸς ἀπὸ Ἡγούμενο καὶ Πρόεδρο. Πρόκειται γιὰ δύο συνώνυμες λέξεις ἤ μήπως εἶχε καὶ κάποια ἄλλη ἰδιότητα, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦτο στὰ Τρίκαλα; Ἐπιπλέον, δὲν ἀφιερώνει τὸ κομψὸ προσκυνητάριο μόνο στὸν Παρθένιο, ἀλλὰ συνοδευτικῶς ἐξυμνεῖ τὰ μάλα τὸν ἱερομόναχο Καλλίνικο καὶ ἱεροψάλτη ὡς ἑξῆς: “τῷ διδόντι μούσαις νίκην”. Τὸν ἱεροψάλτη Καλλίνικο τὸν συναντοῦμε, μετὰ δέκα χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησι τοῦ Παρθενίου (1817), νὰ ὑπογράφει ὡς ἱεροψάλτης τῆς Μονῆς σὲ σύναξι τῆς Μονῆς. (βλ. σχετ. Κων. Βαφειάδη Ἡ Μονὴ τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου Μετεώρου, σ. 420). Ἐδῶ, λοιπόν, ἔχουμε τὸν μουσικώτατο Παρθένιο, φορτισμένο μέσα στὶς τόσες ἔγνοιες τῆς ἡγουμενίας τῆς Μονῆς, ποὺ ἀκούει καθημερινῶς τὸν Πρωτοψάλτη του ἱερομόναχο Καλλίνικο νὰ ψάλλει τὰ μελωδήματά του.
      Ἔχουμε βάσιμες ὑποψίες ὅτι ὁ Καλλίνικος, ἀφοῦ ἑρμηνεύει τὶς συνθέσεις τοῦ Παρθενίου, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ὁ ἄγνωστος γραφεὺς ποὺ κατέγραψε στὰ φύλλα 101r ἕως 146r τὰ ψαλτικὰ Ἅπαντα τοῦ ἡγουμένου Παρθενίου στὸν κώδικα Μετ329. Θὰ ἦταν ἀπίθανο ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος Παρθένιος, ἐὰν ἦταν ὁ γραφεὺς τοῦ κώδικος 329, νὰ ζωγράφιζε στὸ φύλλο 116r τὸ πρόσωπόν του μὲ ποιμαντορικὴ ῥαβδο. (Ὁ Γρ. Στάθης εἶναι βέβαιος ἀπὸ τὸ 1990, ὅτι ὁ Παρθένιος Μετεωρίτης εἶναι ὁ γραφεὺς τοῦ κώδικος 329. Ὁ Ἀχ. Χαλδαιάκης, ἐπαμφοτερίζει στὸ ἔργο του “Ὁ Πολυέλεος τοῦ Παρθενίου ἱερομονάχου τοῦ Μετεωρίτου σ. 121 γράφοντας: (ἐφόσον, βέβαια, γίνει ἀποδεκτὸ ὅτι ὁ κώδικας εἶναι ἰδιόγραφος τοῦ ἐν λόγῳ μουσικωτάτου ἡγουμένου…) Αὐτὰ τὰ φύλλα μαζὺ μὲ τὰ φύλλα 1-100 καὶ 147-161 ἐδέθησαν τὸν Μάϊο 1790 καὶ ἀποτελοῦν τὸν κώδικα 329. Διαπιστώνουμε ἐπίσης, ὅτι ἐπὶ ἡγουμενίας Παρθενίου (1779-1807), στὴ μονὴ ἐγκαταβιοῖ καὶ ὁ ἱερομόναχος καὶ κωδικογράφος Γαβριὴλ, τοῦ ὁποίου σώζεται ἕνα αὐτόγραφο στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῆς Ἑλλάδος, χειρόγραφο ΕΒΕ 891 τοῦ ἔτους 1787, καθὼς στὸ ὀπίσθιο παράφυλλο τοῦ χειρογράφου αὐτοῦ διεσώθη μία ζωγραφιὰ τῆς Μονῆς τοῦ Μετεώρου μὲ τὸν κτίτορα Ἁγ. Ἀθανάσιο (φωτο 6). Συγκρίνοντας τὸν γραφικὸ χαρακτῆρα τοῦ Γαβριὴλ στὸ χειρόγραφο ΕΒΕ 891 συμπεραἰνουμε ὅτι δὲν εἶναι ὁ γραφεὺς τοῦ Μεταμορφώσεως 329. Παρόλα αὐτά, τὸ χειρόγραφο 329 σὲ παράφυλλο κολλημένο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ὀπισθοφύλλου ἀναφέρει: ἐδέθη τὸ παρὸν βηληόν του παπ(α) κηρ γαβριηηλ· διαχυρὸς/του παπ(α)ναστάσι· μαγίου 20-1790. Εὔλογη τίθεται ἡ ἀπορία μας: πῶς ὁ ἱερομόναχος Γαβριὴλ εἶχε τὸ χειρόγραφο Μεταμορφώσεως 329 στὸ κελλί του; ἤ πρόκειται περὶ ἑτέρου γραφέως μὲ τὸ αὐτὸ ὄνομα; Ἀκόμα, παρατηροῦμε ὅτι ὁ γραφεὺς τοῦ κώδικος 329 εἶναι ἀρκετὰ ἀνορθόγραφος ὡς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ μάλιστα γιὰ τὴν ἴδια λέξι νὰ ἔχει δύο ὀρθογραφίες: ἰγούμενος (φ121α, φ136α) – ἡγούμενος (φ114α) – ἠγουμένου (φ123α) καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ ἀμφίβολα συμπεράσματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν προέλευσι τοῦ γραφέως εἴτε ἀπὸ τὴν μονὴ τοῦ Μεγ. Μετεώρου ἤ ἐκτὸς μονῆς. Διαβάζουμε στὸ φύλλο 116r (φωτο 7): τὰ παρόντα πασαπνοάρια ὑπάρχουσι τοῦ ὑμετέρου κυρίου παρθενίου ἱερομονάχου & καθηγουμένου τῆς μονῆς μτώρ: Ἄν ἡ λέξις ὑμετέρου εἶναι σωστὰ γραμμένη, τότε μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ γραφεὺς δὲν ἀνήκει στὴν μονὴ Μεγ. Μετεώρου. Ἄν ἡ λέξις ὑμετέρου ἔπρεπε νὰ γραφεῖ ἡμετέρου, τότε μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ γραφεὺς ἀνήκει στὴν μονὴ Μεγ. Μετεώρου.

Τὰ Ἅπαντα κὺρ Παρθενίου καὶ ἡ διάδοσίς τους
      Ὁ Παρθένιος μελωδὸς μᾶς κληρονόμησε ἑξήντα τέσσερις (64) συνθέσεις του (ΑΠΑΝΤΑ) ποὺ καταγράφονται στὴν παλαιὰ παρασημαντικὴ τῆς ἐποχῆς του στοὺς κώδικες τῆς Μεταμορφώσεως 329 καὶ 340 (βλ. περιεχόμενα). Ἡ εἰσαγωγὴ τῆς Νέας Ἀναλυτικῆς Μεθόδου ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Δασκάλους [Μητροπολίτη Χρύσανθο, Γρηγόριο Πρωτοψάλτη (†1821) καὶ Χουρμούζιο Χαρτοφύλακα (†1840)] τὸ ἔτος 1814, πρὸς ἀντικατάστασι τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς, ἔδωσε μεγάλη ὤθησι γιὰ τὴ δημιουργία νέων συνθέσεων καὶ τὴν ἐξέλιξι τῆς νεώτερης βυζαντινῆς καὶ συγχρόνου Ψαλτικῆς Τέχνης. Ἐπιπλέον, στὴν ταχεῖα διάδοσι τῆς Νέας Μεθόδου συνετέλεσε ἡ τυπογραφικὴ στοιχειοθέτησις τῶν χαρακτήρων τῆς Νέας Μεθόδου. Τὰ πρῶτα ψαλτικὰ βιβλία τῆς Νέας Μεθόδου τυπώνονται στὸ Βουκουρέστι (1820), στὴ συνέχεια στὴν Κωνσταντινούπολι (1824) καὶ συνεχίζονται ἀσταμάτητα οἱ ψαλτικὲς ἐκδόσεις ὅλο τὸν 19ο αἰῶνα, ἐνῷ παράλληλα ἐμφανίζονται νέες συνθέσεις στὴν Νέα Μέθοδο. Παράλληλα, ἐκλείπουν σταδιακὰ οἱ κωδικογράφοι καὶ τὸ ψαλτικὸ χειρόγραφο στὴν Νέα Μέθοδο καὶ κάθε τι ποὺ ἔχει σχέσι μὲ τὴν παλαιὰ μουσικὴ καὶ τὸ ἄκουσμά της. Ὁ ἴδιος ὁ ἐφευρέτης τῆς Νέας Μεθόδου Χουρμούζιος Χαρτοφύλαξ, μᾶς κληρονόμησε ἐπίσης 36 χειρόγραφά του στὴν Νέα Μέθοδο ποὺ φιλοξενοῦνται στὸ κωδικογραφικὸ ἀρχεῖο ΜΠΤ (Μετόχιον Παναγίου Τάφου), ἀλλὰ καὶ αὐτὰ παραμένουν ἀνέκδοτα μέχρι σήμερα. Σὰν ἀποτέλεσμα, σὲ σύντομο διάστημα ἡ γνῶσις τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς ἀτόνησε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ξεχαστοῦν πολλὰ ἐξαίρετα δείγματα ὀκτὼ καὶ πλέον αἰώνων ψαλτικῆς (βυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς) μελοποιΐας καὶ παραδόσεως. Τὴν ἴδια μοῖρα ἀκολούθησαν καὶ οἱ συνθέσεις τοῦ Παρθενίου Μετεωρίτου, οἱ ὁποῖες σὲ μεγάλο βαθμό ἀποκαλύπτουν καὶ τὴν πλούσια λειτουργικὴ παράδοσι τῶν Ἁγίων Μετεώρων.
      Ὁ Πολυέλεος τοῦ Παρθενίου, Δοῦλοι Κύριον Ἦχος Β´, μόνον οἱ εἴκοσι ἕνας (21) στίχοι τοῦ ψαλμοῦ 134 (στὴν ἀρίθμησι τῶν Ἑβδομήκοντα) μεταποιήθηκε καὶ συντμήθηκε στὴν Νέα Μέθοδο ἀπὸ τὸν μουσικοδιδάσκαλο Ἰωάσαφ ἱερομόναχο Διονυσιάτη τὸν 19ο αἰ. καὶ ἔτυχε εὐρείας διαδόσεως στὸ Ἅγιον Ὄρος. Προσαρμόστηκε ἀντιστοίχως στὴν σλαβονικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὸν Ἰωάσαφ τῆς Ῥίλας καὶ στὴν Ῥουμανικὴ ἀπὸ τὸν Νεκτάριο Βλάχο (†1889). Δέον νὰ τονισθεῖ ὅτι ὁ Ἰωάσαφ Διονυσιάτης μ ε τ α π ο ί η σ ε τὴν σύνθεσι τοῦ Παρθενίου, δὲν μετέγραψε κατὰ γράμμα ἀπὸ τὴν παλαιὰ γραφὴ στὴ Νέα Μέθοδο καὶ δὲν ἐξήγησε τὰ Δοξαστικὰ τοῦ Πολυελέου. Τὸ 1990 ὁ καθηγητὴς Γρ. Στάθης ἐξήγησε λίγες συνθέσεις τοῦ Παρθενίου μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοὺς στίχους τοῦ Πολυελέου. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀνωτέρω ἐξηγήσεις δὲν ἔχουν γίνει πάντα μὲ ἀπόλυτη προσκόλλησι στὸ πρωτότυπο.
      Μὲ πρωτοβουλία τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τοῦ Μετεώρου Ἀρχ. Νήφωνος, τὸ ἔτος 2015, ὁ Ἰωάννης Ἀρβανίτης ἐξηγεῖ καὶ μεταγράφει στὴν Νέα Μέθοδο τὰ Ἅπαντα τοῦ Παρθενίου, κατόπιν παροτρύνσεως τοῦ ἤδη φοιτητοῦ του στὴν παλαιὰ γραφὴ Γ. Μπιλάλη. Ὁ διδάσκαλος Ἀρβανίτης, μετὰ ἀπὸ πολύχρονη καἰ ἐνδελεχῆ ἔρευνα στὰ μουσικὰ χειρόγραφα, ἀνακτᾷ “τρόπον τινά” τὴν χαμένη “Κλεῖδα” τῆς παλαιᾶς γραφῆς τῶν ψαλτικῶν χειρογράφων. Ὁ Ἀρβανίτης ἐξηγεῖ στὴν Νέα Μέθοδο τὰ 64 λησμονημένα ἔργα τοῦ Παρθενίου, συνεχίζοντας μὲ ἀκρίβεια τὸ ἔργο καὶ τὴν μέθοδο ἐξηγήσεως τῶν Τριῶν Διδασκάλων 200 χρόνια μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ Παρθενίου καὶ τὴν μεταῤῥύθμισι τοῦ 1814. Τὰ ἔτη 2018-20, τὸ ψαλτικὸ σύνολο Ῥωμαίϊκο, ὑπὸ τὴν φωνητικὴ καθοδήγησι, διδασκαλία καὶ διεύθυνσι τοῦ Γιώργου Μπιλάλη, ἑρμηνεύει καὶ ἠχογραφεῖ τὶς “μεταίωρες” μελωδίες τοῦ Παρθενίου σὲ ὀκτὼ ὧρες ἠχητικοῦ ὑλικοῦ.
Μεταξὺ τῶν πολλῶν συνθέσεων τοῦ Παρθενίου διακρίνονται οἱ ἑξῆς: Ἐπὶ σοὶ χαίρει τῆς Λειτουργίας Μ. Βασιλείου Ἦχος πλ. Δ´, Πολυέλεος Δοῦλοι Κύριον Ἦχος Β´, Κοντάκιον τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου Τῇ ὑπερμάχῳ Ἦχος Α´, Α´ Οἶκος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου Ἄγγελος Πρωτοστάτης Ἦχος Δ´, Πασαπνοάρια τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου στοὺς 8 Ἤχους, Καλοφωνικὸς Εἱρμὸς Ὅλην τὴν ζωήν μου Ἦχος Γ´. Ὁ Παρθένιος μᾶς ἀφήνει πολλὰ σύντομα καὶ ἀργὰ μέλη γιὰ ὅλες τὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας.

Γιῶργος Μπιλάλης
Πρωτοψάλτης – Ἐρευνητὴς

Πίναξ 1  ΖΗΤΕΙΑΙ

Γνωστὸν ἔστω τῇ ὑμετέρᾳ σοφολογιωτάτῃ θεοφιλίᾳ της, ὅτι τὸ ἱερὸν ἡμῶν μοναστήριον πλησίον τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς Σταγῶν θεμελιωμένον ἐπάνω εἰς ὑψηλὴν τινὰ καὶ δυνάβατον πέτρα, θαῦμα εἰς τοὺς ὁρώντας καὶ ἐκπλήξεως ἄξιον, ὑπὸ τῆς πολυκαιρίας σεσαθρωμένον καὶ ἔχει καὶ χρέος βαρύτατον ὑπὸ τῶν καταδυναστειῶν τῶν κρατούντων, τὰ ὁποῖα χρήματα εἰσὶν εἰλημμένα σὺν τόκῳ ὑπὸ Ἀγαρηνῶν, καὶ μάλιστα τὰ τῶν ἱερομονάχων καὶ διακόνων κελλιὰ κατέπεσον· ψήφῳ δὲ καὶ κοινῇ καὶ γνώμῃ ἐξαποστέλλομεν ὑπὸ τὰς ἱερὰς πτέρυγας τῆς σῆς θεοφιλίας τὸν ἡμέτερον κοινοβιάτην παππᾶ Ἰάκωβον, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν ὑμετέραν θεοφιλίαν της, ὅπως παράσχῃ αὐτῷ τὴν συνειθισμένη κανονικὴν ἄδειαν, εἰς τὸ νὰ περιέρχεται εἰς τὰ αὐτόθι χάριν ἐλέους καὶ βοηθείας τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν μοναστηρίου.
 
Ζητεία Βησσαρίωνος, Σεπ 1766
Τὸ ἱερὸν ἡμῶν μοναστήριον εὑρισκόμενον πλησίον τῆς ἁγιωτάτης ἐπισκοπῆς Σταγῶν κτίριον μὲν παλαιὸν τε καὶ βασιλικὸν, ἐκ δὲ τῆς πολυκαιρίας σεσαθρωμένον μάλιστα τὰ τῶν ἱερομονάχων καὶ διακόνων κελλία ἔπεσον παντελῶς, καὶ ἔτι διὰ τὰς τῶν καιρῶν ἀνωμαλίας ὑπὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐκ συχνῶν διαστημάτων κατατρεχόμενον, καὶ ἐπειδὴ δι᾽ αὐτὰ ὑπέπεσεν εἰς χρέος βαρὺ καὶ δυσβάστακτον καὶ εὑρισκόμεθα εἰς μεγίστην στεναχωρίαν, μὴ ἔχοντες ἀλλαχοῦ τὰς ἐλπίδας εἰμὴ μετὰ Θεὸν εἰς τὰ φιλελεήμονα σπλάγχνα ὑμῶν τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων Χριστιανῶν· καὶ δὴ ψήφῳ κοινῇ καὶ γνώμῃ πέμπομεν πρὸς ὑμᾶς τὸν πανοσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις ἡμέτερον ἐφημέριον καὶ ἀδελφὸν παπᾶ κὺρ Διονύσιον, διὰ νὰ περιέρχεται εἰς τὰ αὐφτόθι χάριν ἐλέους καὶ βοηθείας τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν μοναστηρίου· ὅστις ἐπιφέρει μέρει ἁγίων λειψάνων τὴν ἰαμάτων γέμουσαν, ἁγίαν κάραν τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος καὶ ἰαματικοῦ Παντελεήμονος, καὶ την χαριτόβρυτον ἁγίαν χεῖρα τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος καὶ ἀθληφόρου τοῦ Χριστοῦ Παρασκευῆς.
 
Ἁπανταχοῦσα Δαμασκηνοῦ 1776
Κυβερνώμεθα ἕως τοῦ νῦν, πλὴν μετὰ πολλῆς στενοχωρίας καὶ δυστυχίας ὑπερβολικῆς ἀπὸ τὰς πολλὰς ἀνωμαλίας καὶ περιστάσεις τοῦ παρόντος καιροῦ καὶ ἀδικίας τῶν ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀνωμαλίας καὶ περιστάσεις καὶ ἀδικίας περιέπεσε τὸ διαληφθὲν ἅγιον μοναστήριον εἰς ἐσχάτην πενίαν καὶ εἰς χρέος βαρύτατον καὶ φορτίον δυσβάστακτον. Ὅθεν καὶ γνώμῃ κοινῇ τῆς καθ᾽ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος ἀποστέλλομεν τὸν τε ὁσιώτατον ἐν μοναχοῖς κὺρ Χρύσανθον καὶ τὴν συνοδίαν αὐτοῦ τὸν πανοσιώτατον ἐν ἱερομονάχοις κὺρ παπᾶ Κυπριανὸν ἀνθρώπους τὴς ἡμετέρας ταύτης μονῆς καῖ θερμοὺς αὐτῆς ὑπουργοὺς, οἷς καὶ δεδώκαμεν καὶ σεπτὰ λείψανα ἁγίων τινῶν πρὸς Ἁγιασμὸν ὑμῶν, ἐπίδοτε αὐτοῖς, ἕκαστος κατὰ δύναται καὶ προαιρεῖται.
 
πανταχοῦσα Παρθενίου (ἀχρόνιστη) 
Φωτο 1 Διαθήκη Παρθενίου σὲ βεβαιωτήριο γράμμα Σταγῶν Παϊσίου Β`
Φωτο 3α. Εἰκὼν Τέμπλου Ρόδον τὸ Ἀμάραντον
Φωτο 5α. Προσκυνητάριον πρὸς τὶμὴν Παρθενίου Ὀρφίδου: ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΟΡΦΙΔΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΕ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ ΣΥΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΩ ΤΩ ΝΙΚΗΝ ΜΟΥΣΑΙΣ ΔΙΔΟΝΤΙ ΠΕΡΙΦΑΝΕΣΙ ΚΑΛΛΕΣΙΝ ΤΑΔ ΥΦΑΝΘΗ
Φωτο 7. Μετ 329 φ 116α τΠροσκυνητάριον πρὸς τὶμὴν Παρθενίου Ὀρφίδου: ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΟΡΦΙΔΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΕ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ ΣΥΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΩ ΤΩ ΝΙΚΗΝ ΜΟΥΣΑΙΣ ΔΙΔΟΝΤΙ ΠΕΡΙΦΑΝΕΣΙ ΚΑΛΛΕΣΙΝ ΤΑΔ ΥΦΑΝΘΗ
φωτο 2Α Εἰκὼν Χριστοῦ, Τέμπλο παρεκκλησίου Τ. Προδρόμου
Φωτο 3β. Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Παρθενίου ἡγουμένου, τοῦ μουσικωτάτου, διὰ χεὶρὸς εὐτελοῦς Ἀναγνώστου, υἱοῦ Οἰκονόμου Καπεσοβίτου ἐκ Ζαγορίου, 1790, Μαΐου 12
Φωτο 5β. Προσκυνητάριον πρὸς τὶμὴν Παρθενίου Ὀρφίδου ἔνθετον: ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΟΡΦΙΔΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΕ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΕΩΡΟΥ ΣΥΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΩ ΤΩ ΝΙΚΗΝ ΜΟΥΣΑΙΣ ΔΙΔΟΝΤΙ ΠΕΡΙΦΑΝΕΣΙ ΚΑΛΛΕΣΙΝ ΤΑΔ ΥΦΑΝΘΗ
φωτο 2β ἔνθετο: ἀνεκαινίσθη ἡγουμενεύοντος τοῦ κυρ Παρθενίου ψάλτου ἐν ἔτει 1784
Φωτο 4: Παρρησία Κὼδ 2 σ. 4 Ἁγ. Τριάδος Μετεώρων
Φωτο 6. ΕΒΕ φ206β. ζωγραφιὰ Γαβριὴλ Ἱερομονάχου, αὐτόγραφός του κῶδιξ